top of page

2-3 ετών: Αντιμετωπίζοντας τα καπρίτσια της «τρομερής» ηλικίας!



Η Άννα ήταν ένα τέλειο μωρό. Χαμογελαστή, ήσυχη, υπάκουη, μια ολοστρόγγυλη μπάλα γλύκας, το όνειρο κάθε μητέρας. Ξαφνικά, λίγο πριν γίνει τριών ετών, η Άννα «μεταλλάχθηκε». Σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη αρνείται να φάει, να πλύνει τα χέρια της, να μαζέψει τα παιχνίδια της, να κοιμηθεί. Δεν περπατάει· τρέχει. Δεν κάθεται ποτέ σε μια θέση. Παίζει με κάτι για πέντε λεπτά και μετά το αφήνει, κοπανάει τα παιχνίδια της για να κάνει θόρυβο, ανοίγει όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, αδειάζει το αλεύρι, τραβάει το σκύλο από τ' αυτιά, ζωγραφίζει με μαρκαδόρους στους τοίχους, βρωμίζει τα ρούχα της... Τη μια μέρα κοιμάται τρεις ώρες το μεσημέρι και την άλλη καθόλου, τη μια μέρα καταβροχθίζει το φαγητό της και την άλλη το φτύνει στο πάτωμα κι αρνείται να φάει οτιδήποτε. Πότε ντύνεται μόνη της χωρίς κουβέντα, και πότε κάνει δίωρες σκηνές για τις κάλτσες που θέλει –ή δεν θέλει να φορέσει. Από το πρωί που ξυπνάει μέχρι την ώρα που θα κοιμηθεί (μετά από παρακάλια, φοβέρες και κλάματα) μοιάζει με ένα μικρό δαίμονα που έχει κυριεύσει το σπίτι και σπέρνει ολόγυρα την απόγνωση. «Γιατί;» αναρωτιέται η μητέρα της, που δεν έχει πάψει να ασχολείται μαζί της με την ίδια τρυφερότητα και συνέπεια. «Τι της συμβαίνει;».

Αυτό που συμβαίνει στην Άννα είναι...πολύ ευχάριστο! Γιατί η Άννα γίνεται σιγά σιγά ένα άτομο. Ύστερα από όλες τις άλλες σπουδαίες ανακαλύψεις που έκανε μέχρι τώρα, μετά τη γνωριμία της με τη μαμά, τον μπαμπά και τον έξω κόσμο, έκανε μόλις τώρα τη σπουδαιότερη από όλες: Ανακάλυψε τον εαυτό της. Η Άννα σήμερα αναγνωρίζει πια ότι έχει μια δική της ταυτότητα, ισάξια μ' εκείνην των άλλων. Κι αυτό, όσο δύσκολο και οδυνηρό κι αν είναι, για κάποιο χρονικό διάστημα, για την ίδια και το περιβάλλον της, αποτελεί το πιο σημαντικό, αναγκαίο και ευεργετικό στάδιο της ζωής της.

Στην ηλικία αυτή η προσωπικότητα του παιδιού βρίσκεται σε φάση δόμησης και θεμελίωσης. Το παιδί προσπαθεί να σταθεί στα δυο του πόδια, να αποκτήσει ταυτότητα, να δοκιμάσει τα όριά του, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τους άλλους, γεγονός που συνήθως παίρνει τη μορφή άρνησης προς όλα και όλους. Με την άρνηση αυτή το παιδί δηλώνει κάτι: την ταυτότητά του.


Το «εγώ» και το «όχι»


Η ανακάλυψη του «εγώ», η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς του, γίνεται για το παιδί σταδιακά, όπως το περπάτημα και η ομιλία, όπως επίσης όλες οι κινητικές του δεξιότητες που αυτή την εποχή βρίσκονται (φευ!) στο ζενίθ τους, Όλα αυτά εξαρτώνται κατ' αρχάς από το περιβάλλον του, το οποίο πρέπει να του παρέχει τρυφερότητα, σταθερότητα και τα κατάλληλα ερεθίσματα για να εξελιχθεί. Έτσι, κάποια στιγμή, το παιδί αποκτά συναίσθηση του ότι είναι ένα «εγώ», αλλά δεν γίνεται... σοφότερο. Αντίθετα, παύει να είναι «λογικό».

Σκαρφαλώνει, τρέχει, πηδάει, κάνει άσκοπο θόρυβο... Θυμώνει, αρνείται τα πάντα και θέλει να τα κάνει όλα μόνο του, ενώ, βέβαια, δεν μπορεί. Παράλληλα, το παιδί στην ηλικία αυτή καταλαβαίνει ότι και τα λόγια έχουν δύναμη. Εκτός από τη μαμά, δοκιμάζει τα όρια ανοχής όλων των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, και μαθαίνει να αναγνωρίζει πότε το «όχι» σημαίνει «όχι», πότε «μπορεί» και πότε «ναι». Είναι εκπληκτικό το πόσο γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι για να αποκτήσει αυτό που θέλει, για παράδειγμα, πρέπει να κλάψει: δεκαπέντε λεπτά αν το ζητάει από τον μπαμπά, πέντε λεπτά από τη μαμά, και... ένα, αν το ζητάει από τη γιαγιά. Δοκιμάζει επιπλέον τα «όχι» και πειραματίζεται με την ισχύ που έχουν πάνω στα διαφορετικά πρόσωπα του περιβάλλοντός του: Με το «ναι» ξέρει τι θα εισπράξει: χαμόγελα κι επιδοκιμασία. Με το «όχι», όμως, μπορεί να εισπράξει τιμωρία κι απόρριψη. Δοκιμάζει λοιπόν, και η πράξη του αυτή εμπεριέχει και κάποια γενναιότητα, κάποιο ρίσκο. Χρειάζεται κουράγιο για να λες «όχι» στη μαμά, που τόσο χρειάζεσαι και τόσο αγαπάς!

Από την πλευρά της μαμάς και των γονιών γενικότερα, το «όχι» του παιδιού αποτελεί την πρώτη αμφισβήτηση του γονεϊκού τους ελέγχου και της εξουσίας τους. Ο γονιός θα πρέπει τότε, προτού πανικοβληθεί και θυμώσει, να αναρωτηθεί αν ξέρει ο ίδιος να λέει «όχι» και να βάζει κάποια όρια, ή να αναρωτηθεί αν μπορεί ο ίδιος να δέχεται με σεβασμό το «όχι» των άλλων.

Λογικά το “όχι” των παιδιών μας θα πρέπει να μας δίνει χαρά γιατί είναι το πρώτο σημάδι τού ότι έχουμε απέναντί μας ένα παιδί ανήσυχο, άρα έξυπνο, άρα εξελισσόμενο, ένα άτομο, δηλαδή, που δημιουργείται. Όμως, επειδή το “όχι” “πονάει”, συχνά το αποκρούουμε βάναυσα, χωρίς να το εξετάσουμε. Πρέπει να εξετάζουμε τους λόγους για τους οποίους το παιδί λέει “όχι”, έχοντας υπόψη μας σε αυτή την ηλικία ότι του είναι πολύ πιο εύκολο να πει απλώς “όχι”, παρά να εξηγήσει λεκτικά όλες τις βαθύτερες αιτίες. Για παράδειγμα, θα πει πιο εύκολα "όχι, δεν τρώω φασολάκια”, παρά θα εξηγήσει ότι την τελευταία φορά που έφαγε φασολάκια παραλίγο να πνιγεί γιατί είχαν ίνες. Με το πρώτο “όχι”, λοιπόν, που θα ακουστεί, πρέπει αμέσως να γίνει κάποιος διάλογος.


«Κακομαθημένο»;


Το παιδί στην ηλικία αυτή δεν παύει να είναι παιδί και να μας χρειάζεται. Χρειάζεται, λοιπόν, ασφάλεια κι επιβεβαίωση. Μόνον έτσι, εξάλλου, βρίσκει κανείς –ακόμα και οι ενήλικοι- το κουράγιο για να δοκιμάσει τα «φτερά» του και να «πετάξει» μόνος του! Μέρος αυτής της απαραίτητης ασφάλειας αποτελούν τα όρια που οι γονείς θέτουν στα παιδιά. Μπορούμε να πούμε ότι «κακομαθημένο» είναι στην κυριολεξία το παιδί που επιζητά με τη συμπεριφορά του κάποια όρια τα οποία δεν του δίνονται. Είναι το παιδί που λέει συνέχεια «όχι», που κάνει αταξίες και απαγορευμένες πράξεις, περιμένοντας μια δίκαιη τιμωρία, η οποία δεν έρχεται ποτέ. «Με το να υποτάσσονται οι γονείς στα "όχι" του παιδιού και να μη θέτουν απαράβατους κανόνες και όρια, στην ουσία μειώνουν την αξία του "όχι. Το "δύσκολο" παιδί συνήθως κάτι ζητάει: την επιβεβαίωση, την προσοχή, την παρουσία και το χρόνο των γονιών του. Και ιδιαίτερα στην περίπτωση που το παιδί χρησιμοποιεί μια αρνητική συμπεριφορά για να τραβήξει την προσοχή που δεν έχει και που επιζητά, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί και μακροχρόνιοι: Μαθαίνει με τον τρόπο αυτόν ότι για να το προσέξουν πρέπει να υιοθετεί μια αρνητική συμπεριφορά. Αλλά, έτσι, η προσοχή που τραβάει είναι κι αυτή αρνητική, δηλαδή το μαλώνουν και το απορρίπτουν, κάτι όμως που μπορεί να θεωρήσει και ως επιβράβευση: "Θυμώνουν μαζί μου, με μαλώνουν, άρα υπάρχω. Έτσι μου δείχνουν ότι με αγαπούν". Το παιδί αυτό βρίσκεται σε σύγχυση: είναι το “κακό παιδί, που επιβεβαιώνει την ύπαρξή του με το να είναι κακό: δύσκολο στο σχολείο, δύσκολο στις παρέες, δύσκολο στην εξέλιξή του.


Όρια και συνδιαλλαγή


Ας μην ξεχνάμε ότι στην ηλικία αυτή, των 2-3 χρόνων, οι γονείς φαντάζουν στα παιδικά μάτια ως γίγαντες και θεοί. Συνεπώς, με μια έντονή τους αντίδραση κινδυνεύουν, παρά τη θέλησή τους, να «συνθλίψουν» ένα παιδί, με συνέπειες που μπορούν να είναι εξαιρετικά σοβαρές. Λέγοντάς του ότι είναι «κακό», «τεμπέλικο» ή «ανίκανο», ουσιαστικά το κακοποιούν. Η λεκτική κακοποίηση είναι από τις ισχυρότερες, και είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στις ελληνικές οικογένειες, που κατά τα άλλα θεωρούν ότι "κανακεύουν" τα παιδιά τους. Χρειάζεται σεβασμός του παιδιού προς το γονιό, και αντίστοιχα του γονιού προς το παιδί. Το παιδί στην ηλικία αυτή είναι ένας μικρός επαναστάτης, κι αυτό δεν είναι κακό. Απλώς θα πρέπει να το βοηθήσουμε να καταλάβει, από τώρα κιόλας, ότι και οι επαναστάτες πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς για να κερδίσουν τις μάχες: "Δεν θέλεις να κοιμηθείς; Πήγαινε τώρα για ύπνο, και αύριο θα δεις λίγο περισσότερο τηλεόραση, ή θα σου διαβάσω το βιβλίο που θέλεις, ή θα πάμε μισή ώρα στο πάρκο. Αλλά τώρα θα κοιμηθείς"». Ο σκοπός είναι να αφήνουμε πάντα μια πόρτα ανοιχτή για να μπορούμε κι εμείς να «ελισσόμαστε», κάνοντας μικρές υποχωρήσεις όταν θέλουμε, χωρίς ποτέ να ξεπερνάμε τα όρια που οι ίδιοι έχουμε βάλει.

Comments


bottom of page